Τρίτη 25 Αυγούστου 2009

Ο ποιητής πεθαίνει

Στο νερό λοιπόν; Όχι στις φλόγες;
Άνοιξε τα μάτια κι είδε σκυμμένο από πάνω του το πρόσωπο με το ελαφρά τραβηγμένο προς τα μέσα σαγόνι και τ'απαλά κίτρινα μαλλιά. Αυτό το πρόσωπο ήταν τόσο κοντά του, που του φάνηκε πως είναι σκυμμένος πάνω από κάποια κρυστάλλινη πηγή και βλέπει μέσα της την ίδια τη μορφή του.
Όχι στις φλόγες. Θα πνιγεί στο νερό.
Κοιτούσε το πρόσωπό του στην επιφάνεια του νερού. Και ξαφνικά είδε αυτό το πρόσωπο να το παραμορφώνει κάποιος μεγάλος τρόμος. Κι αυτό ήταν το τελευταίο που είδε.

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2009

..απόγευμα στο δέντρο..



κάτι σαν αφιέρωση στο δικό μου δέντρο που έχασα χθες το απόγευμα..
σε αυτό που φύτεψα,
που στερέωσα,
που πότισα,
& τέλος, σε αυτό που έκαψα
γιατί αυτός είμαι,
αυτό μου αξίζει..


Απόγευμα στο δέντρο
(του Αλκίνοου, για όσους δεν το ξέρουν)


Ο κόσμος ξεμακραίνει
ωραία στιγμή μου ξένη
Βαθαίνουν τα πηγάδια
ζωή μου που'σαι άδεια

Ο κόσμος ξεμακραίνει, είναι βράδυ
ωραία στιγμή μου ξένη, στάσου λίγο
Βαθαίνουν τα πηγάδια, το φεγγάρι
ζωή μου που'σαι άδεια, γέλα λίγο αν μ'αγαπάς

Ο κόσμος ξεμακραίνει, είναι βράδυ, μη μιλάς
ωραία στιγμή μου ξένη, στάσου λίγο αν μ'αγαπάς
Βαθαίνουν τα πηγάδια, το φεγγάρι οταν κοιτάς
ζωή μου που'σαι άδεια, γέλα λίγο αν μ'αγαπάς

Ανθίζουνε τ'αστέρια, όνειρό μου, οταν περνάς
δωσ'μου τα δυο σου χέρια και τον κόσμο αν μ'αγαπάς

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2009

..what's happening..

..this isn't happening..

..this is really happening..

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2009

λετ δεαρ μπι λαιτ

Η τέντα μου ανεβοκατεβαίνει με μανιβέλα. Και μάλιστα δύσκολα. Κι εγώ, σαν κλασσικός τεμπέλης την έχω σχεδόν μονίμως κάτω, το καλοκαίρι για να αποφεύγω τον ήλιο & το χειμώνα για να αποφεύγω τις ριπές της βροχής που θα με αναγκάσουν να πλύνω το μπαλκόνι συχνότερα από τις +/- 4 φορές το χρόνο που το πλένω συνήθως. Πολύ & πολλή κούραση τρομάρα μου...


Χθες το πρωί, για κάποιο ηλίθιο λόγο, ξυπνησα & σηκώθηκα πολύ νωρίς. Άνοιξα τις πόρτες & ένιωσα αυτή τη διαπεραστική δροσιά - οριακά ανεκτή - που έχει το ξημέρωμα, συνήθως την άνοιξη & το φθινόπωρο & ας ήταν 16 Αυγούστου. Ο ήλιος το πρωί είναι στην πλάτη του σπιτιού, οπότε είχα αρκετό χρόνο να απολάυσω το φρεσκοπλυμένο (πριν 10 μέρες) μπαλκόνι μου.


Πήρα κάτι εκτυπώσεις από ένα site που ανακάλυψα περιχαρής τις προηγούμενες μέρες στη δουλειά (για κάποιο λόγο εξακολουθώ ακόμα να προτιμώ να διαβάζω μεγάλα κείμενα σε hard copies, έστω & αν είναι ασπρόμαυρα & μυρίζουν toner-ίλα) & έκατσα να απολάυσω τα ρίγη δροσιάς & ησυχίας που προσφέρει το κυριακάτικο ξύπνημα της 16ης Αυγούστου στην άδεια Αθήνα.

Ποδια απλωμένα στα κάγκελα απέναντι & πάμε. Διαβάζω 2 σειρές. Δε με βολεύει η πολυθρόνα. Κουνιέμαι λίγο πέρα - δώθε, βρίσκω πιο βολική στάση & διαβάζω πάλι από την αρχή. Μόλις διάβασα & την τρίτη σειρά σήκωσα το κεφάλι & κοίταξα γύρω μου: τέντα μπροστά μου, μικρή τέντα αριστερά μου & ζούγκλα - προσφορά του γείτονα δεξιά μου. Τα καλύτερα όμως γίνονται συνήθως όταν δεν το πολυσκέφτεσαι. Την αμέσως επόμενη στιγμή που το μυαλό μου προσπάθησε να κάνει συνειδητά έναν συλλογισμό, στεκόμουν όρθιος, στηρίζοντας το σώμα μου στα κάγκελα, με την τέντα ανεβασμένη, το κεφάλι προς τα πάνω, τα μάτια μισόκλειστα & το στόμα μισάνοιχτο σα χάνος. Εγένετο φως!

Δεν υπάρχουν πολλά άξια λόγου να αναφέρω για τη συνέχεια. Αυτά που θυμάμαι είναι πως έμεινα πάνω-κάτω στην ίδια θέση & στάση μέχρι που η γειτόνισα του τρίτου απέναντι βγήκε για τον πρωινό καφέ της στη βεράντα φωνάζοντας ταυτόχρονα στο Θανασάκη να σηκωθεί επιτέλους, τον μανιακό με την καθαριότητα του λευκού Ceed που άρχισε να το πλένει μέχρι να μοιάζει σα να βγήκε από στόμα πελάτη της Ιακωβίδου & το σκυλί των εξ αριστερών που το έβγαλαν στο μπαλκόνι για να αρχίσει το αέναο & επί δωδεκαώρου αδιάλλειπτο γαύγισμά του. Και μπήκα μέσα,
αφήνοντας τις τέντες ψηλά,
όχι από κούραση & βαρεμάρα,
πόρτες, σίτες. πατζούρια, όλα ανοιχτά,
μέχρι το μεσημέρι,
μέχρι που με επισκέφθηκε & ο ήλιος,
όχι μόνο στο μπαλκόνι αλλά & παραμέσα,
είδα τα πλακάκια να φωτίζονται,
είδα την αντηλιά στον απέναντι τοίχο,
χαμογέλασα ανακουφισμένος,
τα έκλεισα όλα & έφυγα...

Κυριακή 16 Αυγούστου 2009

Περί παραφωνίας

Η παραφωνία ζει στην πρώτη νότα της ηλεκτρικής κιθάρας στο I Want You του Costello, ζει στο πιάνο στα τελευταία δευτερόλεπτα του Epic, στο ακατάσχετο σολάρισμα του πιάνου στο Hang Me Up To Dry, στη φωνή του Βραχνού Προφήτη, του Σωκράτη κλπ..

Βουτιά στην παραφωνία..

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2009

Καλώς ορίσατε

Πόσα πράγματα μπορείς να ορίσεις τελικά? Μάλλον περισσότερα από όσα νομίζεις αλλά λιγότερα από όσα θα ήθελες. Αν βέβαια κατάφερνες να ορίσεις όσα θές, το πιο πιθανό θα ήταν να συμβούν τα εξής παράδοξα:

1. Να μην κατάλαβες πως το κατάφερες
2. Να το κατάλαβες μεν αλλά να το θεώρησες πολύ γρήγορα ως δεδομένο δε & να εξακολούθησες να πιστεύεις πως γενικά δεν τα καταφέρνεις
3. Να νιώσεις πως κατέκτησες κάτι που προς στιγμή μοιάζει με το Έβερεστ, στη συνέχεια με το Κιλιμάντζαρο & διαδοχικά με τον Ταΰγετο, το Αιγάλεω, το Λυκαβηττό ή έστω ένα λοφάκι άμμου στην παραλία αλλά στο τέλος να κρατήσεις λίγους πόντους ύψους στα “συν” για σένα, που θα σε βοηθήσουν να τα πας καλύτερα σε κάθε επόμενη απόπειρα

Τα 2 πρώτα τα έχω φάει στη μάπα, όσο μου πήρε δλδ για να καταλάβω πως είναι αναγκαία για τη μετάβαση στο τρίτο, κάτι σαν προαπαιτούμενα στη σχολή.
Και κατά βάση, στάση, θέση, πεποίθηση, πιστεύω, άποψη, φιλοσοφία κλπ, (θέλω να) ανήκω στο τρίτο. Κι ας μην τα καταφέρνω πάντα. Δεν είναι απαραίτητο.
Καλώς μας βρήκα.

Υ.Γ. Αυτό είναι το πρώτο κείμενο που ανεβάζω σε blog. Και τώρα που το σκέφτομαι, δεν το όρισα εγώ. Με όρισε αυτό. Έχω δουλειά ακόμα...