Δευτέρα 17 Αυγούστου 2009

λετ δεαρ μπι λαιτ

Η τέντα μου ανεβοκατεβαίνει με μανιβέλα. Και μάλιστα δύσκολα. Κι εγώ, σαν κλασσικός τεμπέλης την έχω σχεδόν μονίμως κάτω, το καλοκαίρι για να αποφεύγω τον ήλιο & το χειμώνα για να αποφεύγω τις ριπές της βροχής που θα με αναγκάσουν να πλύνω το μπαλκόνι συχνότερα από τις +/- 4 φορές το χρόνο που το πλένω συνήθως. Πολύ & πολλή κούραση τρομάρα μου...


Χθες το πρωί, για κάποιο ηλίθιο λόγο, ξυπνησα & σηκώθηκα πολύ νωρίς. Άνοιξα τις πόρτες & ένιωσα αυτή τη διαπεραστική δροσιά - οριακά ανεκτή - που έχει το ξημέρωμα, συνήθως την άνοιξη & το φθινόπωρο & ας ήταν 16 Αυγούστου. Ο ήλιος το πρωί είναι στην πλάτη του σπιτιού, οπότε είχα αρκετό χρόνο να απολάυσω το φρεσκοπλυμένο (πριν 10 μέρες) μπαλκόνι μου.


Πήρα κάτι εκτυπώσεις από ένα site που ανακάλυψα περιχαρής τις προηγούμενες μέρες στη δουλειά (για κάποιο λόγο εξακολουθώ ακόμα να προτιμώ να διαβάζω μεγάλα κείμενα σε hard copies, έστω & αν είναι ασπρόμαυρα & μυρίζουν toner-ίλα) & έκατσα να απολάυσω τα ρίγη δροσιάς & ησυχίας που προσφέρει το κυριακάτικο ξύπνημα της 16ης Αυγούστου στην άδεια Αθήνα.

Ποδια απλωμένα στα κάγκελα απέναντι & πάμε. Διαβάζω 2 σειρές. Δε με βολεύει η πολυθρόνα. Κουνιέμαι λίγο πέρα - δώθε, βρίσκω πιο βολική στάση & διαβάζω πάλι από την αρχή. Μόλις διάβασα & την τρίτη σειρά σήκωσα το κεφάλι & κοίταξα γύρω μου: τέντα μπροστά μου, μικρή τέντα αριστερά μου & ζούγκλα - προσφορά του γείτονα δεξιά μου. Τα καλύτερα όμως γίνονται συνήθως όταν δεν το πολυσκέφτεσαι. Την αμέσως επόμενη στιγμή που το μυαλό μου προσπάθησε να κάνει συνειδητά έναν συλλογισμό, στεκόμουν όρθιος, στηρίζοντας το σώμα μου στα κάγκελα, με την τέντα ανεβασμένη, το κεφάλι προς τα πάνω, τα μάτια μισόκλειστα & το στόμα μισάνοιχτο σα χάνος. Εγένετο φως!

Δεν υπάρχουν πολλά άξια λόγου να αναφέρω για τη συνέχεια. Αυτά που θυμάμαι είναι πως έμεινα πάνω-κάτω στην ίδια θέση & στάση μέχρι που η γειτόνισα του τρίτου απέναντι βγήκε για τον πρωινό καφέ της στη βεράντα φωνάζοντας ταυτόχρονα στο Θανασάκη να σηκωθεί επιτέλους, τον μανιακό με την καθαριότητα του λευκού Ceed που άρχισε να το πλένει μέχρι να μοιάζει σα να βγήκε από στόμα πελάτη της Ιακωβίδου & το σκυλί των εξ αριστερών που το έβγαλαν στο μπαλκόνι για να αρχίσει το αέναο & επί δωδεκαώρου αδιάλλειπτο γαύγισμά του. Και μπήκα μέσα,
αφήνοντας τις τέντες ψηλά,
όχι από κούραση & βαρεμάρα,
πόρτες, σίτες. πατζούρια, όλα ανοιχτά,
μέχρι το μεσημέρι,
μέχρι που με επισκέφθηκε & ο ήλιος,
όχι μόνο στο μπαλκόνι αλλά & παραμέσα,
είδα τα πλακάκια να φωτίζονται,
είδα την αντηλιά στον απέναντι τοίχο,
χαμογέλασα ανακουφισμένος,
τα έκλεισα όλα & έφυγα...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου