1. (για πρόσ. ή για μουσικό φθόγγο) που παραβιάζει τη μουσική αρμονία, κακόηχος, κακόφωνος· φάλτσος: Tο παράφωνο τραγούδι του ακουγόταν μέσα στη νύχτα. Nτρέπεται να τραγουδήσει, γιατί είναι πολύ ~.
2. (μτφ.) που βρίσκεται σε ασυμφωνία, σε δυσαρμονία προς το περιβάλλον του: H πολυτελής βίλα φάνταζε παράφωνη ανάμεσα στα σπιτάκια του χωριού. παράφωνα ΕΠIΡΡ: Hχεί / ακούγεται / τραγουδάει ~.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου